Ν.5003/2026 ΝΕΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Την 16η Σεπτεμβρίου 2026 τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 5003/2026 «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις» με τον οποίο επήλθαν ριζικές αλλαγές σε όλο ο φάσμα του κληρονομικού δικαίου, τροποποιώντας σε πολύ μεγάλο βαθμό όσα μέχρι σήμερα γνωρίζαμε.

Σύμφωνα λοιπόν με το ανωτέρω νόμο και σχετικά με τις κληρονομιές των προσώπων που αποβιώνουν από την 16-9-2026 και εφεξής η κληρονομική διαδοχή μπορεί να επέλθει εξ αδιαιρέτου, εκ διαθήκης αλλά και για 1η φορά δυνάμει του θεσμού των κληρονομικών συμβάσεων αιτία θανάτου.

Ι. ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο κληρονομούμενος μπορεί ενόσω είναι εν ζωή με σύμβαση που καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει καταπίστευμα, κληροδοσία ή τρόπο και να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική του διαδοχή. Με την ίδια μάλιστα  κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου μπορούν να διαθέτουν την περιουσία τους περισσότεροι,  η ακύρωση όμως διάταξης τελευταίας βούλησης του ενός συμβαλλομένου, σε περίπτωση αμφιβολίας, συνεπιφέρει την ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης.

Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου τροποποιείται ή καταργείται με μεταγενέστερη σύμβαση μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων  αλλά δεν ανακαλείται μονομερώς εκτός αν ο τιμώμενος με αυτή υποπέσει έναντι του κληρονομούμενου  σε παράπτωμα που, αν ήταν μεριδούχος, θα δικαιολογούσε τη στέρηση της νόμιμης μοίρας του.

H κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου δεν περιορίζει την ελευθερία του κληρονομουμένου να διαθέτει την περιουσία του εν ζωή, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά.

Επίσης, με την κληρονομική σύμβαση ο κληρονομούμενος μπορεί να διαθέτει την περιουσία του αιτία θανάτου έναντι εν ζωή ανταλλάγματος του αντισυμβαλλομένου του και  σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης του ανταλλάγματος μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Δικαίωμα υπαναχώρησης έχει και ο αντισυμβαλλόμενος του κληρονομουμένου, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν ο κληρονομούμενος διαθέτει εν ζωή την περιουσία του αντίθετα προς την κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου ή με τη συμπεριφορά του καθιστά αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερή την εκπλήρωση του ανταλλάγματος.

Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου καταργεί προγενέστερη διαθήκη μόνο κατά το μέρος που αντίκειται σε αυτή.

ΙΙ. ΕΞ ΔΙΑΘΕΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Όσον αφορά την εξ αδιαθέτου διαδοχή,  και σε αυτόν το θεσμό επήλθαν σημαντικότατες αλλαγές.

Από τις 16-9-2026 αν δεν υπάρχουν συγγενείς της πρώτης και της δεύτερης τάξης, ο σύζυγος που επιζεί καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος σε ολόκληρη την κληρονομία. Επίσης, ο σύζυγος κληρονομεί εξ αδιαθέτου το 1/3 της κληρονομιαίας περιουσίας όταν μαζί του κληρονομεί μόνο ένα τέκνο ενώ κληρονομεί το ¼ όταν υπάρχουν περισσότερα τέκνα. Αντί για την ως άνω κληρονομική μερίδα, ο επιζών σύζυγος μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο της κληρονομίας, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομιάς, να λάβει την επικαρπία σε αντικείμενα της κληρονομίας, η οποία αποσβήνεται με τον θάνατό του και δεν μεταβιβάζεται.

Αν στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο το οποίο χρησίμευε ως ο κύριος τόπος διαμονής του θανόντος και του συζύγου του, ο σύζυγος δικαιούται την αποκλειστική χρήση του ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου.

Το δικαίωμα στο εξαίρετο και στην χρήση της οικογενειακής στέγης για ένα χρόνο αναγνωρίζεται και στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση κατά τα τελευταία τρία (3) έτη πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό, αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο, αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος,. Επιπροσθέτως, αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος ή συγγενής του κληρονομουμένου, αυτή περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση κατά τα τελευταία τρία (3) έτη πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο και αυτά εξέπεσαν πριν ή μετά την επαγωγή, κατόπιν δικαστική απόφασης που θα βεβαιώνει τις προϋποθέσεις.

Ως προς το ζήτημα της νόμιμης μοίρας, τονίζεται ότι η αξίωση αυτή είναι χρηματική και ανέρχεται στο μισό της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας ενώ ο  μεριδούχος μπορεί να παραιτηθεί από την αξίωσή του με μονομερή δήλωσή του προς τον κληρονόμο.

ΙΙΙ. ΕΚ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Τέλος, ως προς την εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή , νομοθετήθηκε η ακυρότητά της όταν αυτή καταρτίζεται από πρόσωπα που περιθάλπονται σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας ή κοινωνικής φροντίδας κατά τη διάρκεια της περίθαλψής τους ή εντός τριών (3) μηνών από τη διακοπή της για οποιονδήποτε λόγο, και κατά το μέρος που με αυτήν εγκαθίστανται κληρονόμοι νομικά ή φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με τους φορείς αυτούς καθώς και συγγενείς προσώπων αυτών σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή έως τον τρίτο βαθμό σε πλάγια γραμμή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ή ο σύζυγος ή σύντροφος με σύμφωνο συμβίωσης, εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα που θα περιλαμβάνονταν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους.

Επίσης, σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο  βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο θανάτου και λόγω οποιωνδήποτε έκτακτων περιστάσεων δύναται  να συντάξει προφορική διαθήκη ενώπιον τριών μαρτύρων, με καταγραφή από έναν εξ αυτών, χρονολόγηση και υπογραφή από όλους τους μάρτυρες. Η διαθήκη αυτή παύει να ισχύει τρεις μήνες μετά την παρέλευση των έκτακτων περιστάσεων, εφόσον ο διαθέτης εξακολουθεί να ζει.

Επίσης, με σύμβαση είναι δυνατή η παραίτηση προσώπου από μελλοντικά του δικαιώματα στην κληρονομία του αντισυμβαλλομένου του η οποία (παραίτηση) μπορεί να είναι ολική ή μερική, με ή χωρίς αντάλλαγμα, ή να περιορίζεται στο δικαίωμα της νόμιμης μοίρας. Η σύμβαση καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου, με αυτοπρόσωπη παρουσία και χωρίς αίρεση ή προθεσμία ενώ σε περίπτωση που το αντάλλαγμα δεν καταβληθεί εντός έξι μηνών, η σύμβαση δεν αναπτύσσει αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα της παραίτησης εκτείνονται, σε περίπτωση αμφιβολίας, και στους κατιόντες του παραιτηθέντος ενώ είναι δυνατή η ανάκληση της σύμφωνα με τις  διατάξεις για την ανάκληση δωρεάς.

 

Τέλος, η σημαντικότερη πιθανότατα αλλαγή που επέφερε ο νέος νόμος για το κληρονομικό δίκιο είναι  ότι ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα, ή αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1895 (διάθεση αντικειμένων κληρονομιάς χωρίς προηγούμενη άδεια δικαστηρίου, μείωση αξίας κληρονομιαίας περιουσίας από υπαιτιότητα κληρονόμου, ικανοποίηση αξιώσεων δανειστών χωρίς τήρηση σωστής σειράς).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *